Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεκαρολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

δεκαρολόγε αρσενικό ή θηλυκό