εκειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκειά < εκεί +

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈca/

Επίρρημα[επεξεργασία]

εκειά

  • εκεί, στο μέρος για το οποίο μιλάμε