Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκχειλίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εκχυλίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκχειλίζω < εκ- + χείλος + -ίζω

εκχειλίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]