ενδιάμεσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενδιάμεσα < ενδιάμεσος +

Επίρρημα[επεξεργασία]

ενδιάμεσα

  1. σε ενδιάμεσο τόπο
  2. σε ενδιάμεσο χρόνος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]