Μετάβαση στο περιεχόμενο

επέστρεψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

επέστρεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω