επιτρέψει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

επιτρέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτρέπω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
  3. θα επιτρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτρέπω