επιχρίσεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

επιχρίσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
  2. θα επιχρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιχρίω