ζαλικώσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ζαλικώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
  3. θα ζαλικώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζαλικώνω