ζαλωθήκατε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ζαλωθήκατε

  1. β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι