Μετάβαση στο περιεχόμενο

ηρέμησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ηρέμησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ