ηρεμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηρεμώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

ηρεμώ

  1. (αμετάβατο) δεν ενεργώ, είμαι σε κατάσταση αδράνειας
  2. (αμετάβατο) έρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση
  3. (μεταβατικό) ενεργώ έτσι ώστε κάποιος άλλος να ηρεμήσει (2)
    ηρέμησέ τον πριν γίνει το κακό

32πχ Μεταφράσεις[]