Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιδεολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ιδεολόγε αρσενικό ή θηλυκό