κάθε τρεις και λίγο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κάθε τρεις και λίγο
- (επιρρηματική έκφραση) συχνά, κάθε τόσο, επανειλημμένα, συνήθως για κάτι που δεν εγκρίνεται απόλυτα
- Αμάν πια! Κάθε τρεις και λίγο στο ψυγείο σε βρίσκω!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάθε τρεις και λίγο
|
|