Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάνειον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάνειον ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883