Μετάβαση στο περιεχόμενο

καθάρισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

καθάρισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω