Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλάδεψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κλάδεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω