Μετάβαση στο περιεχόμενο

κολύμπησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κολύμπησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ