Μετάβαση στο περιεχόμενο

κούτσανα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κούτσανα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω