κουτσαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτσαίνω < κουτσός + -αίνω < μεσαιωνική ελληνική κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *koḱs-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈtsε.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κουτσαίνω, πρτ.: κούτσαινα, στ.μέλλ.: θα κουτσάνω, αόρ.: κούτσανα, παθ.φωνή: κουτσαίνομαι, παθ.φωνή:

  1. (μεταβατικό) καθιστώ κάποιον κουτσό
  2. (αμετάβατο) βαδίζω ρίχνοντας το βάρος περισσότερο στο ένα πόδι, επειδή πχ το άλλο πόδι είναι χτυπημένο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]