χωλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χωλός χωλή χωλό
γενική χωλού χωλής χωλού
αιτιατική χωλό χωλή χωλό
κλητική χωλέ χωλή χωλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χωλοί χωλές χωλά
γενική χωλών χωλών χωλών
αιτιατική χωλούς χωλές χωλά
κλητική χωλοί χωλές χωλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλός < αρχαία ελληνική χωλός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χωλός

  1. κουτσός
    • που του λείπει ένα ή και τα δύο κάτω άκρα
    • που κουτσαίνει
  2. (μεταφορικά) ατελής ή ανεπαρκής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλός < αβέβαιης ετ.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χωλός

  1. χωλός
  2. (μεταγενέστερα) που έχει παράλυση σε κάποιο χέρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]