χωλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χωλός η χωλή το χωλό
      γενική του χωλού της χωλής του χωλού
    αιτιατική τον χωλό τη χωλή το χωλό
     κλητική χωλέ χωλή χωλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χωλοί οι χωλές τα χωλά
      γενική των χωλών των χωλών των χωλών
    αιτιατική τους χωλούς τις χωλές τα χωλά
     κλητική χωλοί χωλές χωλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλός < αρχαία ελληνική χωλός

Επίθετο[επεξεργασία]

χωλός

  1. κουτσός
    • που του λείπει ένα ή και τα δύο κάτω άκρα
    • που κουτσαίνει
  2. (μεταφορικά) ατελής ή ανεπαρκής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλός < αβέβαιης ετ.

Επίθετο[επεξεργασία]

χωλός

  1. χωλός
  2. (μεταγενέστερα) που έχει παράλυση σε κάποιο χέρι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]