χωλαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλαίνω < αρχαία ελληνική χωλαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ˈlɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χωλαίνω

  1. (αμετάβατο) είμαι χωλός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κουτσαίνω
  2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) δεν εξελίσσομαι όσο πρέπει, δε λειτουργώ όπως πρέπει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βραδυπορώ, καθυστερώ, μειονεκτώ
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πλεονεκτώ, προτρέχω
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον χωλό, του προκαλώ βλάβη στα πόδια ή δυσκολία στο περπάτημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωλαίνω < χωλός + -αίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χωλαίνω

  1. (αμετάβατο) χωλαίνω, κουτσαίνω


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: και χωλεύω