Μετάβαση στο περιεχόμενο

-αίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-αίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -άνω.

Επίθημα 1

[επεξεργασία]

-αίνω

  • επίθημα για τον σχηματισμό εξακολουθητικών τύπων ρημάτων από αόριστα θέματα
    μαθαίνω (αόριστο θέμα μαθ-) < από παλαιότερο μανθάνω.
    λαβαίνω (αόριστο θέμα λαβ-) < από παλαιότερο λαμβάνω.
    παθαίνω (αόριστο θέμα παθ-) < από παλαιότερο πάσχω.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
-αίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -αίνω < *-άνjω ή από το -άνω με ένθημα -ι-.

Επίθημα

[επεξεργασία]

-αίνω

  1. επίθημα για τον σχηματισμό εξακολουθητικών τύπων ρημάτων από επίθετα με θέματα σε ο
    θερμαίνω (αόριστο θέμα θερμαν-) < θερμός.
    ζεσταίνω (αόριστο θέμα ζεσταν-) < ζεστός.
    λευκαίνω (αόριστο θέμα λευκαν-) < λευκός.
  2. επίθημα για τον σχηματισμό εξακολουθητικών τύπων ρημάτων από ουσιαστικά με θέματα σε ο
    χορταίνω (αόριστο θέμα χόρτα-) < ο χόρτος (δεύτερη κλίση).
    κερδαίνω (αόριστο θέμα κέρδη-) < το κέρδος (τρίτη κλίση).

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
-αίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ύνω, με μεταπλασμό κατά τα σε -αίνω (1, 2).

Επίθημα

[επεξεργασία]

-αίνω[1]

Ετυμολογία 4

[επεξεργασία]
-αίνω < από μεταπλασμό κατά τα σε -αίνω (1, 2)

Επίθημα

[επεξεργασία]

-αίνω[2]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βαραίνω - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. αρρωσταίνω - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.