κουτσός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουτσός κουτσή κουτσό
γενική κουτσού κουτσής κουτσού
αιτιατική κουτσό κουτσή κουτσό
κλητική κουτσέ κουτσή κουτσό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουτσοί κουτσές κουτσά
γενική κουτσών κουτσών κουτσών
αιτιατική κουτσούς κουτσές κουτσά
κλητική κουτσοί κουτσές κουτσά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτσός < μεσαιωνική ελληνική κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < ινδοευρωπαϊκή *koḱs-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈtsɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κουτσός, -ή, -ό

  1. (για έμβιο ον) που έχει κάποιο πρόβλημα ή αναπηρία στο πόδι ή στα πόδια του
  2. (μεταφορικά) (οικείο) (για άψυχο: π.χ. τραπέζι, καρέκλα) που του λείπει κάποιο πόδι ή είναι κοντύτερο
  3. (ουσιαστικοποιημένο) κουτσό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα: όταν μαζεύονται κάθε λογής άνθρωποι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]