κουτσαβάκης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο κουτσαβάκης οι κουτσαβάκηδες
γενική του κουτσαβάκη των κουτσαβάκηδων
αιτιατική τον κουτσαβάκη τους κουτσαβάκηδες
κλητική κουτσαβάκη κουτσαβάκηδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτσαβάκης < ανθρωπωνύμιο Κουτσαβάκης[1] < κούτσαβος < κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *koḱs-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.tsa.ˈva.cis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουτσαβάκης αρσενικό

  1. (παρωχημένο) τύπος μάγκα της παλιάς Αθήνας με ιδιόρρυθμο περπάτημα
    Όλοι οι κουτσαβάκηδες, που ζούνε στο κουρμπέτι, κι αυτοί μες στην καρδούλα τους, έχουν μεγάλο ντέρτι. (στίχοι του Μάρκου Βαμβακάρη)
  2. (προφορικό) ψευτοπαλικαράς, ψευτόμαγκας

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Και δείτε Λέξεις με κατάληξη -άκης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. από πρόσωπο του 19ου αιώνα μ’ αυτο το επώνυμο, το οποίο μιμήθηκαν πολλά άτομα στον τρόπο που περπατούσε