Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυνήγησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κυνήγησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ