κωμήτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κομήτης

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωμήτης < κώμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωμήτης αρσενικό (θηλυκό: κωμῆτις)

  1. κάτοικος κώμης, χωριάτης
  2. (για κάτοικο πόλης) γείτονας
  3. (γενικότερα) κάτοικος