ληῖτις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ληῖτις < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ληῖτις θηλυκό
- αυτή που διαπράττει λεηλασία
- αυτή που διανέμει τα προϊόντα μιας λεηλασίας