Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιγόστεψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

λιγόστεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω