Μετάβαση στο περιεχόμενο

μελῳδός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μελῳδός τὸ μελῳδόν
      γενική τοῦ/τῆς μελῳδοῦ τοῦ μελῳδοῦ
      δοτική τῷ/τῇ μελῳδ τῷ μελῳδ
    αιτιατική τὸν/τὴν μελῳδόν τὸ μελῳδόν
     κλητική ! μελῳδέ μελῳδόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μελῳδοί τὰ μελῳδᾰ́
      γενική τῶν μελῳδῶν τῶν μελῳδῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς μελῳδοῖς τοῖς μελῳδοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς μελῳδούς τὰ μελῳδᾰ́
     κλητική ! μελῳδοί μελῳδᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μελῳδώ τὼ μελῳδώ
      γεν-δοτ τοῖν μελῳδοῖν τοῖν μελῳδοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελῳδός < μέλ(ος) + -ο- + -ῳδός (ᾠδή)

Επίθετο

[επεξεργασία]

μελῳδός, ος, -ον