Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεσαιπόλιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσαιπόλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεσαιπόλιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεσαιπόλιος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • μεσαιπόλιος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μεσαιπόλιος τὸ μεσαιπόλιον
      γενική τοῦ/τῆς μεσαιπολίου τοῦ μεσαιπολίου
      δοτική τῷ/τῇ μεσαιπολί τῷ μεσαιπολί
    αιτιατική τὸν/τὴν μεσαιπόλιον τὸ μεσαιπόλιον
     κλητική ! μεσαιπόλιε μεσαιπόλιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μεσαιπόλιοι τὰ μεσαιπόλι
      γενική τῶν μεσαιπολίων τῶν μεσαιπολίων
      δοτική τοῖς/ταῖς μεσαιπολίοις τοῖς μεσαιπολίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μεσαιπολίους τὰ μεσαιπόλι
     κλητική ! μεσαιπόλιοι μεσαιπόλι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μεσαιπολίω τὼ μεσαιπολίω
      γεν-δοτ τοῖν μεσαιπολίοιν τοῖν μεσαιπολίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσαιπόλιος < μέσος + πολιός

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεσαιπόλιος, -ος, -ον και μεσοπόλιος

Ἔνθα μεσαιπόλιός περ ἐὼν Δαναοῖσι κελεύσας / Ἰδομενεύς ... (Όμηρος, Ιλιάδα, Ν 361|)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]