Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντρουβιό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Ντρουβιό του Τσίκη, 1928, Παξοί

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντρουβιό < ντρούβ(ι) + -ιό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ντρουβιό, ουδέτερο

  • (ιδιωματικό των Παξών) άλλη μορφή του ντρούβι: το ελαιοτριβείο
      Το ντρουβιό, είναι παξινή λέξη για το ελαιουργείο. Στο ελαιοτριβείο ο βασικός μηχανισμός ήταν οι πέτρες. (Παλαιό παξινό ντρουβιό – της Μ. Γραμματικού, Ιούνιος 2024, arxeion-politismou.gr )
      Ν.Μ. (ε) Εσύ θυμάσαι το ντρουβιό σας από… να κινείται με ζώο; Να πηγαίνει στο μηχανοκίνητο. Ν.Μ.(α) Όχι. Εγώ το ντρουβιό, αυτό που έχει, το είχε ο πάππους μου εκεί στο σπίτι, στα Ρωμανάτικα και το είχε με δύο τρόκολα. Μηχανοκίνητο με μία μηχανή Peter πλάγια, που την είχε πουλήσει και την είχε πάρει ο Σοφρώνης, ο πάππους του Σοφρώνη στα Μαγαζιά. (Ένας Παξινός ελαιοπαραγωγός μιλά για την προσωπική του ιστορία και την ιστορία της ελιάς στους Παξούς, )
      Το εξώφυλλο του βιβλίου. Ζωγραφιά: Μαρίνα Αντιόχου. (το ντρουβιό του Αλεξανδρινού) (Ηχώ των Παξών, χρόνος 41ος, Αρ. φύλλου 423, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2011 )

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • σε άλλες διαλέκτους  δείτε τη λέξη ντρούβι