ξεσέρνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξεσέρνω < μεσαιωνική ελληνική ξεσέρνω < ξε + σέρνω
Ρήμα
[επεξεργασία]ξεσέρνω
- (λαϊκότροπο) σέρνοντας κάτι το μετακινώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξεσέρνω
|
|