Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεσκόνισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ξεσκόνισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσκονίζω