ολοζωής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ολοζωής
- (λογοτεχνικό) για όλη τη ζωή κάποιου
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ολοζωής
|
ολοζωής
|