πανεπιστήμων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανεπιστήμων < ελληνιστική κοινή < παν- + επιστήμων

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πανεπιστήμων, -ων, -ον

  • (συχνά ειρωνικό) που έχει επιστημονική γνώση για όλα τα γνωστικά πεδία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]