περγέλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περγέλι < τουρκική pergel < περσική پرگال (pargāl), پرگار (pargār)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περγέλι ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]