Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολιούχε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

πολιούχε αρσενικό ή θηλυκό