Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρόσφερα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

πρόσφερα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρω