σάξαμε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

σάξαμε

  1. α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω