σίκερα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίκερα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίκερα ουδέτερο

  1. οινοπνευματώδες ποτό από υγρό που έχει υποστεί ζύμωση
    ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, α΄ 15)