Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαστίσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σαστίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαστίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
  3. θα σαστίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σαστίζω