Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεβάστηκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σεβάστηκα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι