Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεβαστείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σεβαστείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
  2. θα σεβαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σέβομαι