Μετάβαση στο περιεχόμενο

σελιδοποιήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σελιδοποιήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
  3. θα σελιδοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σελιδοποιώ