σελιδοποιήσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σελιδοποιήσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
- θα σελιδοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σελιδοποιώ