Μετάβαση στο περιεχόμενο

σινολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

σινολόγε αρσενικό ή θηλυκό