σκεφτεί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sceˈfti/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκε‐φτεί
Απαρέμφατο
[επεξεργασία]σκεφτεί
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σκεφτεί
σκεφτεί
σκεφτεί