Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκηνογράφε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

σκηνογράφε αρσενικό ή θηλυκό