Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκιάξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκιάξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
  3. θα σκιάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκιάζω