σκιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

σκιάζω < (λόγιο) αρχαία ελληνική σκιάζω (κάνω σκιά)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sci'a.zɔ/ (ως τρισύλλαβο)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκιάζω, πρτ.: σκίαζα, αόρ.: σκίασα, παθ.φωνή: σκιάζομαι, π.αόρ.: σκιάστηκα, μτχ.π.π.: σκιασμένος

  1. κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα.
    Περίμενε να σκιάσω μια γωνιά στη βεράντα για να κάτσουμε χωρίς να μας χτυπάει ο ήλιος.
  2. (μεταφορικά) επισκιάζω
    Το όνομα του πατέρα του τον σκιάζει ό,τι και να κάνει.
    Το ατύχημα σκίασε την εορταστική ημέρα.
  3. δημιουργώ σκιές σε μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σχέδιο.
    Πρέπει να σκιάζεις με αγάπη το έργο σου, γιατί η σκια είναι σκοτεινή, όμως όταν ζωγραφίζεις εκείνη είναι που αναδεικνύει το φως.
  4. σκουραίνω με γραμμοσκίαση διάφορα σημεία σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο ή σε μια άσκηση γεωμετρίας για να ξεχωρίσουν από το υπόλοιπο, χωρίς απαραιτήτως να υποδηλώνεται σκιά.
    Σκιάστε το τμήμα που αναλογεί στο εμβαδόν που υπολογίσατε.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

σκιάζω< μεσαιωνική ελληνική σκιάζω (τρομάζω) < αρχαία ελληνική σκιάζω (κάνω σκιά)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsca.zɔ/ (ως δισύλλαβο)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκιάζω, πρτ.: έσκιαζα, αόρ.: έσκιαξα, παθ.φωνή: σκιάζομαι, π.αόρ.: σκιάχτηκα, μτχ.π.π.: σκιαγμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 σκιάζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκιάζω < αρχαία ελληνική σκιάζω (κάνω σκιά)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκιάζω θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. τρομάζω, φοβίζω



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκιάζω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκῐάζω

  1. ρίχνω σκιά
  2. (γενικότερα) επικαλύπτω, κρύβω
  3. (ελληνιστική κοινή) μεσοπαθητική φωνή σκιάζομαι: στη ζωγραφική, χρησιμοποιώ την τέχνη της σκίασης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]