σκιάχτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκιάχτρο τα σκιάχτρα
      γενική του σκιάχτρου των σκιάχτρων
    αιτιατική το σκιάχτρο τα σκιάχτρα
     κλητική σκιάχτρο σκιάχτρα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκιάχτρο < σκιάζομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsca.xtɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκιάχτρα σε αγρό

σκιάχτρο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]